Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012


Το ημερολόγιο ενός Πιτσουνιού 3 

21 Iουλίου

Σήμερα, έδωσα ένα σάλτο και κατάφερα να ανεβώ στην άκρη του κουτιού μου! Ήμουν πολύ χαρούμενο, όμως το Μεγάλο Τέρας δε φάνηκε να χάρηκε καθόλου, γιατί με κυνήγησε και τελικά με ξανάβαλε στο κουτί... Κάτι μου είπε στα τερατίστικα λες κι εγώ θα καταλάβαινα. (Δεν πρέπει να είναι και πολύ έξυπνο). Φάνηκε όμως προβληματισμένο. Κάτι έβαλε πάνω από το κουτί για να με εμποδίσει να ξαναβγώ, όμως μετά από λίγο που ξανάφυγε κατάφερα να ξαναβγω! Χα! Μόλις επέστρεψε με έβαλε μέσα σε ένα πράγμα που έμοιαζε με κλουβί και ξανάφυγε, πολύ στενοχωρήθηκα. Περιέργως,  όταν επέστρεψε με άφησε να ξαναβγώ. Τι ωραία! Να πω την αλήθεια δεν το περίμενα από μέρους του! Μπορούσα να πάω όπου ήθελα! Δεν πήγα όμως πουθενά, γιατί δεν ήξερα πού να πάω! Χώθηκα λίγο κάτω από ένα τραπεζάκι με καλώδια, δε βρήκα όμως τίποτα ενδιαφέρον και ξαναβγήκα. Τελικά, μετά από κάμποση ώρα βρήκα ένα πόστο που μου άρεσε και από εκείνη την ώρα δεν το έχω κουνήσει ρούπι! Από εδώ γράφω τώρα! Μ' αρέσει εδώ που έχω κουρνιάσει- βλέπω κι έξω από το παράθυρο... Και δε θα ξαναδοκιμάσω να βγω από το παράθυρο γιατί πριν που το δοκίμασα έφαγα τα μούτρα μου πάνω σε κάτι που δεν έβλεπα. 
Το Μεγάλο Τέρας ασχολείται με άλλα πράγματα, δε με ενοχλεί καθόλου. Μάλλον εδώ θα κοιμηθώ...


Το ημερολόγιο ενός Πιτσουνιού 2

20 Ιουνίου

Σήμερα στάθηκα στα πόδια μου! Το Μεγάλο Τέρας ήρθε το πρωί να με δει και μου έλεγε κάτι ακαταλαβίστικα που καθόλου δε μοιάζουν με τα "γουτ- γουτ" που κάνουν η μαμά κι ο μπαμπάς. Μου έβαλε νερό και σποράκια κι έφυγε. Όλη την ημέρα δε φάνηκε. Βαριόμουν πολύ μόνο μου. Το βράδυ ήρθε και μου έδωσε νερό με κάτι που έμοιαζε λίγο με το ράμφος της μαμάς και με κράτησε με τα περίεργα άκρα του. Δεν ήταν άσχημα, αλλά ήμουν πολύ αγχωμένο, ακόμα δε μπορώ να ηρεμήσω. Και κυρίως δε μπορώ να καταλάβω, τι θέλει αυτό από μένα; Θα με φάει;

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Το Ημερολόγιο Ενός Πιτσουνιού 1 

Η νύχτα έχει πάντα κάτι μαγικό

Ίσως είναι το σκοτάδι, ή η ησυχία που επιτρέπει (ή μήπως επιβάλλει) την προσήλωση σε εσωτερικές εικόνες και ήχους στα οποία δεν έχουμε συνηθίσει να δίνουμε σημασία.
Μια σειρά από τέτοιες νύχτες άρχισε ένα βράδυ που με μεγάλη βιασύνη έτρεχα στην κεντρική πλατεία όπου είχα ραντεβού με μια φίλη. Κι εκεί είδα το πλάσμα που θα έκανε τις μέρες και τα βράδυα που θα ακολουθούσαν ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα. Ήταν μικρό, με κατσιασμένο άσπρο- μαύρο φτέρωμα, και χτυπημένο πόδι, έτρεμε από φόβο. Ξέχασα το ραντεβού μου, βρήκα ένα χαρτόκουτο και το έβαλα μέσα για να του δώσω ζωή και να μου δώσει αγάπη. Ήταν 18 Ιουνίου...


Το Ημερολόγιο ενός Πιτσουνιού


Χτες έπεσα από τη φωλιά! 
Είναι βλέπεις το δεξί μου πόδι που δε μπορώ να το πατήσω καλά και παραπατάω. Ένα λάθος βήμα και έπεσα στο κενό. Κατατρόμαξα! Νόμισα πως αυτό ήταν, θα πέθαινα. Συνέβη όμως κάτι άλλο, πιο παράξενο. Προσγειώθηκα ανώμαλα σε κάτι άσπρες πλάκες. Με κόπο κατάφερα να σηκωθώ, πονούσα παντού. Κάτι τεράστια πλάσματα με δύο πόδια, και με κάτι άκρα μακρουλά αντί για φτερά, περνούσαν από δίπλα μου. Πιτσουνοθεέ μου! 2-3 από δαύτα τα τέρατα παρολίγο να με πατήσουν! 'Ενα μικρό τέρας μαζί με τη μαμά του, μάλιστα με έσπρωξε με το τεράστιο πόδι του. Ευτυχώς η μάνα του το τράβηξε και μ' άφησε ήσυχο γιατί δε νομίζω να γλίτωνα!

Κάποια στιγμή, εμφανίστηκε ακόμα ένα τέτοιο τέρας, πολύ βιαστικό, που όμως σταμάτησε κι έσκυψε πάνω μου. Έτρεμα από το φόβο μου. Και συνέβη αυτό που φοβόμουν: Άπλωσε αυτό το απαίσιο άνω άκρο που είχε αντί για φτερούγα και με σήκωσε. Εκεί λέω πάει, θα με φάει! Αντί όμως να με φάει με έβαλε σε ένα τεράστιο χαρτόκουτο- για να με φάει αργότερα, υπέθεσα, και στη συνέχεια σε ένα ακόμα μεγαλύτερο κουτί- δεν έβλεπα καλά, το οποίο βούιζε, και μάλιστα είχα την εντύπωση ότι μετακινούμουν όσο ήμουν μέσα σε αυτό, χωρίς όμως να κουνάω τα πόδια μου, ούτε τα φτερά μου. "Αυτό ήταν, σκέφτηκα, είμαι χαμένο! Δε θα ξαναδώ τη μαμά μου". Μετά από κάμποση ώρα, βρέθηκα στη φωλιά του τέρατος, σε έναν εξωτερικό χώρο. Μου έτριψε κάτι ψίχουλα και μου έβαλε νερό, αλλά εμένα από την τρομάρα μου δε μου κατέβαινε μπουκιά. Ήθελα τη μαμά μου!

Σήμερα το πρωί, πεινούσα απίστευτα, έφαγα λίγα από αυτά τα ψιχουλάκια, δε μ΄αρέσανε. Ξαναγύρισε το τέρας 2-3 φορές και προσπάθησε να μου δώσει νερό. Περιέργως δε δοκίμασε να με φάει, ούτε μία φορά. Και έχω αρχίσει να σκέφτομαι πως ίσως να είναι άνθρωπος, αυτά τα τεράστια τέρατα για τα οποία μας μιλούσε η μαμά.

Με πήγε μάλιστα και σε ένα άλλο τέρας, που με ψηλάφιζε, τα πόδια μου, τα φτερά μου. Ευτυχώς ούτε κι αυτό προσπάθησε να με φάει! Το δικό μου τέρας, με ξαναπήγε στη φωλιά του, με ξανατάισε αλεύρι με νερό που πάλι δεν έφαγα, με έβαλε και σε μια λεκάνη με νερό- αυτό μου άρεσε- ήπια και πολύ νερό, που διψούσα και δροσίστηκα. Με κράτησε στα χέρια του απαλά, και έμοιαζε με τη φτερούγα της μαμάς όταν με σκεπάζει. Μου έβαλε και μια καθαρή πετσετούλα που θυμίζει λίγο τη φωλιά μου. Αχ, πόσο μου λείπει η μαμά μου! 

Για να δούμε τι θα γίνει αύριο... Πιτσουνοθεέ μου, κάνε να μη με φάει!