Το Ημερολόγιο Ενός Πιτσουνιού 1
Το Ημερολόγιο ενός Πιτσουνιού
Χτες έπεσα από τη φωλιά!
Είναι βλέπεις το δεξί μου πόδι που δε μπορώ να το πατήσω καλά και παραπατάω. Ένα λάθος βήμα και έπεσα στο κενό. Κατατρόμαξα! Νόμισα πως αυτό ήταν, θα πέθαινα. Συνέβη όμως κάτι άλλο, πιο παράξενο. Προσγειώθηκα ανώμαλα σε κάτι άσπρες πλάκες. Με κόπο κατάφερα να σηκωθώ, πονούσα παντού. Κάτι τεράστια πλάσματα με δύο πόδια, και με κάτι άκρα μακρουλά αντί για φτερά, περνούσαν από δίπλα μου. Πιτσουνοθεέ μου! 2-3 από δαύτα τα τέρατα παρολίγο να με πατήσουν! 'Ενα μικρό τέρας μαζί με τη μαμά του, μάλιστα με έσπρωξε με το τεράστιο πόδι του. Ευτυχώς η μάνα του το τράβηξε και μ' άφησε ήσυχο γιατί δε νομίζω να γλίτωνα!
Κάποια στιγμή, εμφανίστηκε ακόμα ένα τέτοιο τέρας, πολύ βιαστικό, που όμως σταμάτησε κι έσκυψε πάνω μου. Έτρεμα από το φόβο μου. Και συνέβη αυτό που φοβόμουν: Άπλωσε αυτό το απαίσιο άνω άκρο που είχε αντί για φτερούγα και με σήκωσε. Εκεί λέω πάει, θα με φάει! Αντί όμως να με φάει με έβαλε σε ένα τεράστιο χαρτόκουτο- για να με φάει αργότερα, υπέθεσα, και στη συνέχεια σε ένα ακόμα μεγαλύτερο κουτί- δεν έβλεπα καλά, το οποίο βούιζε, και μάλιστα είχα την εντύπωση ότι μετακινούμουν όσο ήμουν μέσα σε αυτό, χωρίς όμως να κουνάω τα πόδια μου, ούτε τα φτερά μου. "Αυτό ήταν, σκέφτηκα, είμαι χαμένο! Δε θα ξαναδώ τη μαμά μου". Μετά από κάμποση ώρα, βρέθηκα στη φωλιά του τέρατος, σε έναν εξωτερικό χώρο. Μου έτριψε κάτι ψίχουλα και μου έβαλε νερό, αλλά εμένα από την τρομάρα μου δε μου κατέβαινε μπουκιά. Ήθελα τη μαμά μου!
Σήμερα το πρωί, πεινούσα απίστευτα, έφαγα λίγα από αυτά τα ψιχουλάκια, δε μ΄αρέσανε. Ξαναγύρισε το τέρας 2-3 φορές και προσπάθησε να μου δώσει νερό. Περιέργως δε δοκίμασε να με φάει, ούτε μία φορά. Και έχω αρχίσει να σκέφτομαι πως ίσως να είναι άνθρωπος, αυτά τα τεράστια τέρατα για τα οποία μας μιλούσε η μαμά.
Με πήγε μάλιστα και σε ένα άλλο τέρας, που με ψηλάφιζε, τα πόδια μου, τα φτερά μου. Ευτυχώς ούτε κι αυτό προσπάθησε να με φάει! Το δικό μου τέρας, με ξαναπήγε στη φωλιά του, με ξανατάισε αλεύρι με νερό που πάλι δεν έφαγα, με έβαλε και σε μια λεκάνη με νερό- αυτό μου άρεσε- ήπια και πολύ νερό, που διψούσα και δροσίστηκα. Με κράτησε στα χέρια του απαλά, και έμοιαζε με τη φτερούγα της μαμάς όταν με σκεπάζει. Μου έβαλε και μια καθαρή πετσετούλα που θυμίζει λίγο τη φωλιά μου. Αχ, πόσο μου λείπει η μαμά μου!
Για να δούμε τι θα γίνει αύριο... Πιτσουνοθεέ μου, κάνε να μη με φάει!
Η νύχτα έχει πάντα κάτι μαγικό
Ίσως είναι το σκοτάδι, ή η ησυχία που επιτρέπει (ή μήπως επιβάλλει) την προσήλωση σε εσωτερικές εικόνες και ήχους στα οποία δεν έχουμε συνηθίσει να δίνουμε σημασία.
Μια σειρά από τέτοιες νύχτες άρχισε ένα βράδυ που με μεγάλη βιασύνη έτρεχα στην κεντρική πλατεία όπου είχα ραντεβού με μια φίλη. Κι εκεί είδα το πλάσμα που θα έκανε τις μέρες και τα βράδυα που θα ακολουθούσαν ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα. Ήταν μικρό, με κατσιασμένο άσπρο- μαύρο φτέρωμα, και χτυπημένο πόδι, έτρεμε από φόβο. Ξέχασα το ραντεβού μου, βρήκα ένα χαρτόκουτο και το έβαλα μέσα για να του δώσω ζωή και να μου δώσει αγάπη. Ήταν 18 Ιουνίου...
Το Ημερολόγιο ενός Πιτσουνιού
Χτες έπεσα από τη φωλιά!
Είναι βλέπεις το δεξί μου πόδι που δε μπορώ να το πατήσω καλά και παραπατάω. Ένα λάθος βήμα και έπεσα στο κενό. Κατατρόμαξα! Νόμισα πως αυτό ήταν, θα πέθαινα. Συνέβη όμως κάτι άλλο, πιο παράξενο. Προσγειώθηκα ανώμαλα σε κάτι άσπρες πλάκες. Με κόπο κατάφερα να σηκωθώ, πονούσα παντού. Κάτι τεράστια πλάσματα με δύο πόδια, και με κάτι άκρα μακρουλά αντί για φτερά, περνούσαν από δίπλα μου. Πιτσουνοθεέ μου! 2-3 από δαύτα τα τέρατα παρολίγο να με πατήσουν! 'Ενα μικρό τέρας μαζί με τη μαμά του, μάλιστα με έσπρωξε με το τεράστιο πόδι του. Ευτυχώς η μάνα του το τράβηξε και μ' άφησε ήσυχο γιατί δε νομίζω να γλίτωνα!
Κάποια στιγμή, εμφανίστηκε ακόμα ένα τέτοιο τέρας, πολύ βιαστικό, που όμως σταμάτησε κι έσκυψε πάνω μου. Έτρεμα από το φόβο μου. Και συνέβη αυτό που φοβόμουν: Άπλωσε αυτό το απαίσιο άνω άκρο που είχε αντί για φτερούγα και με σήκωσε. Εκεί λέω πάει, θα με φάει! Αντί όμως να με φάει με έβαλε σε ένα τεράστιο χαρτόκουτο- για να με φάει αργότερα, υπέθεσα, και στη συνέχεια σε ένα ακόμα μεγαλύτερο κουτί- δεν έβλεπα καλά, το οποίο βούιζε, και μάλιστα είχα την εντύπωση ότι μετακινούμουν όσο ήμουν μέσα σε αυτό, χωρίς όμως να κουνάω τα πόδια μου, ούτε τα φτερά μου. "Αυτό ήταν, σκέφτηκα, είμαι χαμένο! Δε θα ξαναδώ τη μαμά μου". Μετά από κάμποση ώρα, βρέθηκα στη φωλιά του τέρατος, σε έναν εξωτερικό χώρο. Μου έτριψε κάτι ψίχουλα και μου έβαλε νερό, αλλά εμένα από την τρομάρα μου δε μου κατέβαινε μπουκιά. Ήθελα τη μαμά μου!
Σήμερα το πρωί, πεινούσα απίστευτα, έφαγα λίγα από αυτά τα ψιχουλάκια, δε μ΄αρέσανε. Ξαναγύρισε το τέρας 2-3 φορές και προσπάθησε να μου δώσει νερό. Περιέργως δε δοκίμασε να με φάει, ούτε μία φορά. Και έχω αρχίσει να σκέφτομαι πως ίσως να είναι άνθρωπος, αυτά τα τεράστια τέρατα για τα οποία μας μιλούσε η μαμά.
Με πήγε μάλιστα και σε ένα άλλο τέρας, που με ψηλάφιζε, τα πόδια μου, τα φτερά μου. Ευτυχώς ούτε κι αυτό προσπάθησε να με φάει! Το δικό μου τέρας, με ξαναπήγε στη φωλιά του, με ξανατάισε αλεύρι με νερό που πάλι δεν έφαγα, με έβαλε και σε μια λεκάνη με νερό- αυτό μου άρεσε- ήπια και πολύ νερό, που διψούσα και δροσίστηκα. Με κράτησε στα χέρια του απαλά, και έμοιαζε με τη φτερούγα της μαμάς όταν με σκεπάζει. Μου έβαλε και μια καθαρή πετσετούλα που θυμίζει λίγο τη φωλιά μου. Αχ, πόσο μου λείπει η μαμά μου!
Για να δούμε τι θα γίνει αύριο... Πιτσουνοθεέ μου, κάνε να μη με φάει!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου